Απάντηση Υφ. κ. Γιάννη Μαγκριώτη στην επίκαιρη ερώτηση του Βουλευτή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας κ. Γεώργιου Μαυρίκου, σχετικά με τις ποινικές και διοικητικές διώξεις σε βάρος των απεργών ταξί.

0
227

Ευχαριστώ και το συνάδελφο για την ερώτηση, γιατί σε μία πολύ σημαντική χρονική περίοδο καταθέτει  αυτή την ερώτηση και δίνει τη δυνατότητα και στην Κυβέρνηση να απαντήσει και να διατυπώσει σκέψεις πάνω σε ένα σημαντικό θέμα.

Πρώτον, πρέπει να πω στον αγαπητό συνάδελφο ότι δεν υπάρχει καμία ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων των αυτοκινητιστών, δηλαδή των ιδιοκτητών οχημάτων δημοσίας χρήσης από την πλευρά της πολιτείας. Η Αστυνομία, αλλά και όλες οι πλευρές  της πολιτείας αυτό που προσπαθούν είναι να διασφαλίσουν σε όλους τους πολίτες να ασκούν μάλιστα κατά διευρυμένο τρόπο τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Νομίζω ότι θα αναγνωρίσει και ο αγαπητός συνάδελφος αυτό που αναγνώρισαν και οι ίδιοι οι αυτοκινητιστές ότι η μορφή των κινητοποιήσεων ειδικά των πρώτων ημερών με τον αποκλεισμό των αεροδρομίων και των λιμανιών υπερέβη και τη δεοντολογία, τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ,  την κοινωνική ανοχή και αποδοχή και τη λειτουργία της οικονομίας και της κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι ίδιοι αναγνωρίζοντάς το, δεν επέλεξαν στη συνέχεια ανάλογες μορφές.

Σε αυτήν την υπέρβαση, λοιπόν, που και οι ίδιοι αναγνώρισαν, όπως είπα και προηγουμένως, προασπίζοντας τα συνταγματικά δικαιώματα του συνόλου της κοινωνίας, η Ελληνική Αστυνομία έπραξε το καθήκον της. Δεν κινήθηκε δηλαδή εκτός του συνταγματικού και νομικού πλαισίου. Οι όποιες παρεμβάσεις έχουν υπάρξει θα αξιολογηθούν από την τακτική δικαιοσύνη, η οποία έχει και την ευθύνη σε τελευταία ανάλυση και το ξέρετε πάρα πολύ καλά. Συνεπώς, τόσο η πλευρά του Υπουργείου, όσο και η πλευρά της Αστυνομίας έπραξε αυτό που οι συνταγματικές επιταγές επιτάσσουν και οι ίδιοι οι αυτοκινητιστές αναγνώρισαν. Από την άλλη πλευρά, η δικαιοσύνη είναι αυτή που θα κρίνει και θα αξιολογήσει εάν πράγματι υπήρξαν παραβάσεις, παραβιάσεις ή υπερβάσεις.

Θα ήθελα ακόμη να πω για το θέμα που έθεσε ο αγαπητός συνάδελφος, για απολύσεις στην ΑΜΕΛ. Έχει δοθεί, βέβαια, η ευκαιρία και σε άλλες περιπτώσεις σε ερωτήσεις συναδέλφων από τα άλλα Κόμματα. Δεν υπήρξε καμία απόλυση στην ΑΜΕΛ. Δεν ανανεώθηκαν οι συμβάσεις καθώς ο κ. Ρακιντζής με αναλυτική έρευνα που έκανε, κατέληξε ότι ήταν παράνομες, προεκλογικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έγιναν από την πλευρά της διοίκησης που είχε ορίσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Μάλιστα, απαντώντας σε μία ερώτηση συναδέλφου πριν κάποιο διάστημα για το ίδιο θέμα, είχα πει ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους, όπως οι χειριστές που έχουν εκπαιδευτεί και έχει επενδύσει η πολιτεία πάνω τους, κατά προτεραιότητα με μοριοδότηση αυτής της εμπειρίας που έχουν αποκτήσει, όταν θα προχωρήσει η διαδικασία –και είμαι βέβαιος ότι θα προχωρήσει, γιατί οι ανάγκες για νέες προσλήψεις υπάρχουν με τις επεκτάσεις των γραμμών που σύντομα θα υπάρξουν- θα προσληφθούν καθώς έχει επενδύσει πάνω τους ήδη η πολιτεία και έχουν ετοιμότητα άμεσης ένταξης στο εργασιακό περιβάλλον.

Θα ήθελα να συμφωνήσω με τον αγαπητό συνάδελφο ότι πλήττονται τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, ένα μεγάλο μέρος αυτών, και ιδιαίτερα οι άνεργοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα στο μεγαλύτερο μέρος τους και γι’ αυτό πρέπει οργανωμένα να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, να διεκδικήσουν την εργασία τους αλλά και δικαιοσύνη. Αυτός ο οργανωμένος αγώνας μ’ αυτούς τους στόχους είναι κι ο δικός μας αγώνας. Για τα δικά τους συμφέροντα πρωτίστως αγωνιζόμαστε.

Θέλω να σας πω ότι μεγαλύτερη δυσφορία από τους εργαζόμενους που πλήττονται εκφράζουν τα ισχυρά συμφέροντα, εγχώρια και διεθνή, γιατί για πρώτη φορά αυτά πρωτίστως πλήττονται.

 

Γιατί το καθεστώς της ασυδοσίας και της ανομίας περιορίζεται δραστικά μέσα από την πολιτική που καθημερινά ασκούμε και τη θεσμική νομοθετική, αλλά και τις πρωτοβουλίες μας.

 Γι’ αυτό και ο πόλεμος που υπάρχει απέναντι στην Κυβέρνηση και από το διεθνές κερδοσκοπικό κεφάλαιο, απέναντι στη χώρα μας και στην  Ευρωζώνη. Απέναντι στη χώρα μας, γιατί δεν θέλουν να υλοποιηθεί η ιστορική απόφαση της 21ης Ιουλίου. Γιατί ή ιστορική απόφαση της 21ης Ιουλίου, δίνει τη δυνατότητα στη χώρα να διαχειριστεί με ευνοϊκούς, για τα λαϊκά συμφέροντα και την εθνική οικονομία όρους, το υπέρογκο χρέος και το τεράστιο έλλειμμα. Να κάνει τις διαρθρωτικές αλλαγές, που θα στηρίξουν την οικονομία και πρωτίστως τους εργαζόμενους και το κοινωνικό κράτος. Γι’ αυτό λυσσαλέα όλο αυτό το διάστημα προσπαθούν να μην επικυρωθεί αυτή η Συμφωνία από τα Ευρωπαϊκά Κοινοβούλια, τα Κοινοβούλια των κρατών χωρών της Ευρωζώνης.

Αυτός είναι ο καημός και ο στόχος τους, αγαπητέ συνάδελφε, γι’ αυτό και αυτή η πρωτόγνωρη επίθεση κατά της χώρας μας, με καταιγισμό δημοσιευμάτων στον διεθνή τύπο, που εκπροσωπεί αυτά τα συμφέροντα. Και το ξέρετε πάρα πολύ καλά.

(Στο σημείο αυτό κτυπάει προειδοποιητικά το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Υφυπουργού)

Αντιστεκόμαστε και θα συνεχίσουμε να αντιστεκόμαστε σε αυτά τα συμφέροντα. Οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται ότι κατανοούν -και έχουν κατανοήσει- ότι αυτή η επίθεση δεν είναι απέναντι στην Ελλάδα. Το πρόσχημα είναι η Ελλάδα. Η Ευρωζώνη και το κοινωνικό κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει πετύχει μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό είναι που θέλουν να πλήξουν, για τα δικά τους συμφέροντα. Και συμφωνώ απολύτως, μαζί σας. Γι’ αυτό και είπα ότι είμαστε στην ίδια όχθη με την πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

Και εμείς το ζούμε αυτό, αγαπητέ συνάδελφε, σε πολλά πεδία της καθημερινής δράσης. Θα σας πω για τους αυτοκινητόδρομους, τις συμβάσεις παραχώρησης, που έχουν σταματήσει οι Τράπεζες εδώ και μήνες να χρηματοδοτούν τα έργα, γιατί θεωρούν ότι δεν είναι βιώσιμα. Ενώ το δημόσιο -παρότι οι συμβάσεις είχαν πολλά προβλήματα το 2007- τηρεί τις υποχρεώσεις του και ο χρήστης, ο φορολογούμενος πολίτης, επίσης. Οι Τράπεζες είναι αυτές που δεν χρηματοδοτούν και γι’ αυτό ακριβώς τις εγκαλούμε να χρηματοδοτήσουν.

Τέλος, θα ήθελα να σας πω ακόμη ότι μέσα από διάλογο, να είστε βέβαιοι, ότι θα καταλήξουμε σε μια πρόταση, που θα έρθει και στη Βουλή, όσον αφορά τα Επιβατικά Δημόσιας Χρήσης, ο διάλογος είναι ανοιχτός -πέρα από την επιθετικότητα που έχει πολλές φορές, από την πλευρά ορισμένων αυτοκινητιστών- και υποστηρίζουμε τη βιωσιμότητα του επαγγέλματος. Δεν θα αδικήσουμε σε καμία περίπτωση –και είναι δέσμευσή μας- τους σημερινούς αυτοκινητιστές. Στόχος μας είναι να υποστηρίξουμε τη βιωσιμότητα του επαγγέλματος, να υποστηρίξουμε όμως, τον πολίτη, τον πελάτη, τον καταναλωτή είτε είναι Έλληνας, είτε είναι ξένος στη χώρα μας και φυσικά το περιβάλλον και τη λειτουργικότητα των πόλεων μας. Αυτό είναι το τρίπτυχο. Και είμαι βέβαιος ότι μέσα από το διάλογο και στη Βουλή, αλλά και το δημόσιο διάλογο, θα καταλήξουμε στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ