ΑΡΘΡΟ ΓΙΑΝΝΗ ΜΑΓΚΡΙΩΤΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟ ΤΕΥΧΟΣ 166 ΙΟΥΛ – ΑΥΓ 2009 «ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΔΕΘ»

0
259

Η διοργάνωση της Διεθνούς Έκθεσης ήταν πάντα ένα σημαντικό γεγονός για τη Θεσσαλονίκη. Εμποροπανήγυρη από τα Βυζαντινά χρόνια, παράλληλα με την γιορτή του Αγίου Δημητρίου, εξελίχθηκε σταδιακά και ειδικά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε δυναμικό οικονομικό, επιχειρηματικό, εμπορικό και πολιτιστικό γεγονός.

Έδωσε θεσμούς στην πόλη όπως το Φεστιβάλ τραγουδιού και κινηματογράφου και παράλληλα αποτέλεσε το χώρο παρουσίασης των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων και ιδιαίτερα στις επικοινωνίες, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

Μέχρι τη δεκαετία του ’80 αποτελούσε βασικό αναπτυξιακό μοχλό της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής. Αποτελούσε βασικό, τόσο ουσιαστικό, όσο και συμβολικό χαρακτηριστικό της ταυτότητας της πόλης. Ήταν το κεντρικό πρόσωπο της πόλης.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και ειδικότερα μετά το 1992, χρονιά κατάργησης του μονοπωλίου της διοργάνωσης διεθνών εκθέσεων από τη ΔΕΘ, μετά από σχετική κοινοτική οδηγία που ενσωματώθηκε στο Εθνικό Δίκαιο, αρχίζει η υποχώρηση και η συρρίκνωση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.

Τόσο η κεντρική κυβέρνηση, όσο και η τοπικοί φορείς, δεν διέγνωσαν τους άμεσους κινδύνους που διέτρεχε η ΔΕΘ από το νέο καθεστώς και συνέχισαν να κινούνται στους παλιούς ρυθμούς. Δεν προχώρησαν στις αναγκαίες θεσμικές αναπροσαρμογές και στην ένταξη της ΔΕΘ σε ένα διεθνές εκθεσιακό δίκτυο.

Η έκθεση αντιμετωπίζονταν και δυστυχώς ακόμη αντιμετωπίζεται ως κάτι γραφικό, κάτι μουσειακό, κάτι σαν τον «Λευκό Πύργο». Άλλωστε, δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι πολέμιοι του εκσυγχρονισμού και της διεθνοποίησης της ΔΕΘ, ταύτιζαν τη ΔΕΘ ως ουσία και περιεχόμενο με τον «Λευκό Πύργο», γι’ αυτό και αρνιόταν, τόσο το θεσμικό εκσυγχρονισμό της, όσο και την μετεγκατάστασή της.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και κάτω από τη διαρκή συρρίκνωση της εκθεσιακής δραστηριότητας και την επιθετική μεταφορά της στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, ξεκίνησε από τους τοπικούς παραγωγικούς φορείς αλλά και την πολιτεία, μια προσπάθεια θεσμικού εκσυγχρονισμού, διεθνοποίησης και ανάπτυξης ενός νέου, σύγχρονου συνεδριακού και εκθεσιακού κέντρου στα δυτικά της πόλης. Δυστυχώς παρ’ ότι η πρόταση αυτή, μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη, ενσωματώθηκε και στον φάκελο διεκδίκησης της EXPO 2008, με την απώλεια ανάληψης της διοργάνωσης της παγκόσμιας έκθεσης, εγκαταλείφτηκε από την πολιτεία. Ο στόχος της ανάπτυξης και της μετεγκατάστασης της ΔΕΘ με την ταυτόχρονη ανάπτυξη ενός Μητροπολιτικού Πάρκου στο κέντρο της πόλης, εγκαταλείφθηκε.

Ακόμη χειρότερα, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν ιδέες και προτάσεις για την ανακατασκευή της ΔΕΘ στον ίδιο χώρο και την ταυτόχρονη ανάπτυξη εμπορικού κέντρου. Προτάσεις που ευτυχώς κάτω από τις πολύπλευρες πιέσεις που ασκήθηκαν, εγκαταλείφθηκαν.

Σήμερα, πάνω από το 80% της εκθεσιακής δραστηριότητας, αναπτύσσεται εκτός Θεσσαλονίκης. Με βάση το καθεστώς που διαμορφώθηκε μετά την Κοινοτική Οδηγία του 1992, ο καθένας μπορεί να αναπτύξει εκθεσιακή δραστηριότητα, σε οποιοδήποτε μέρος της χώρας, οποιαδήποτε περίοδο του χρόνου, με οποιοδήποτε αντικείμενο. Τα Ιδιωτικά εκθεσιακά κέντρα, από τα μέσα της δεκαετίας του’90, άρχισαν να αναπτύσσονται σαν μανιτάρια στο Λεκανοπέδιο.

Η επιλογή της ΔΕΘ να αναπτύξει εκθεσιακό κέντρο στην Αθήνα, όπως και σε ορισμένες πρωτεύουσες περιφερειών, ήταν και είναι θετική. Βοήθησε στην ανάπτυξη του τζίρου του νομικού προσώπου, χωρίς βεβαίως αυτό να έχει άμεσες θετικές επιπτώσεις στην οικονομία και την απασχόληση της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής.

Θετικές ήταν επίσης και οι πρωτοβουλίες της ΔΕΘ από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 για την ανάπτυξη συνεργασιών με εκθεσιακά κέντρα στο χώρο της Βαλκανικής. Επιλογή όμως που δεν είχε συνέχεια, είτε γιατί οι εσωτερικές οικονομικές εξελίξεις στις χώρες αυτές δεν ευνοούσαν, είτε γιατί η ΔΕΘ παγιδεύτηκε στα εσωτερικά πολιτικά παιχνίδια και σκοπιμότητες.

Μόνο την τελευταία 5ετία, στο Λεκανοπέδιο της Αττικής, δημιουργήθηκαν 5 μεγάλα ιδιωτικά εκθεσιακά κέντρα, σε μερικές περιπτώσεις σε συνεργασία και με φορείς του δημοσίου.

Εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να δούμε την πραγματικότητα, η εξέλιξη αυτή ήταν αναπόφευκτη, γιατί στο Λεκανοπέδιο συγκεντρώνεται πάνω από το 50% της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας και εκεί υπάρχουν και δραστηριοποιούνται οι περισσότερες επιχειρήσεις που ενδιαφέρουν τους επιχειρηματίες και τους επαγγελματίες που θέλουν να προωθήσουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους μέσα από ανάλογες διοργανώσεις.

Η δυναμική αυτή μπορούσε να εξισορροπηθεί μόνο εάν η πολιτεία διαχρονικά και οι τοπικοί φορείς της πόλης, εγκαίρως έκαναν τις σωστές επιλογές και κρατούσαν μια σταθερή πορεία.

Σήμερα, παρ’ όλα τα λογιστικά και στατιστικά παιχνίδια των ιθυνόντων του εκθεσιακού οργανισμού της πόλης μας, η ΔΕΘ συντηρείται κυρίως από τον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, του οποίου οι δραστηριότητες, μόνο σε λίγες περιπτώσεις, έχουν σχέση με τη διεθνή εκθεσιακή δραστηριότητα.

Ένα σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο σε ένα διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, πρέπει να υποστηρίζει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που παράγει η χώρα μας και ταυτόχρονα να αποτελεί πεδίο διεθνών οικονομικών, εμπορικών και επιχειρηματικών συνεργασιών. Πρέπει να είναι δυναμικός κρίκος της εξωστρέφειας της πόλης, της οικονομίας και των ανθρώπων της.

Στόχος του εκθεσιακού κέντρου δεν είναι η δική του κερδοφορία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να είναι ελλειμματική η διαχείρισή του. Βασική στρατηγική πρέπει να είναι η ανάπτυξη των εκθεσιακών και συνεδριακών δραστηριοτήτων όλο το χρόνο. Πυκνή και συνεχής παρουσία επιχειρηματιών, επαγγελματιών, επισκεπτών, όλο το χρόνο στη Θεσσαλονίκη.

Μόνο τότε η έκθεση, με τις διοργανώσεις της, θα προσφέρει στην οικονομική δραστηριότητα της χώρας, της πόλης και της περιοχής. Θα δημιουργεί αντικείμενο εργασίας για πολλούς κλάδους και επαγγέλματα και φυσικά πολλές θέσεις απασχόλησης με σταθερά εισοδήματα.

Για να διεκδικήσουμε αυτόν το στρατηγικό στόχο είναι απαραίτητο να:

1. αρχίσει άμεσα η κατασκευή του νέο εκθεσιακού κέντρου στο οικόπεδο του ΤΕΙ στη Σίνδο. Υπάρχουν και άλλες περιοχές όπου μπορεί να αναπτυχθεί το νέο εκθεσιακό κέντρο. Η συστηματική μελέτη όμως του 2002, έδειξε ότι η καταλληλότερη περιοχή είναι αυτή της Σίνδου. Τα 6 χρόνια που χάθηκαν μείωσαν εκθετικά τη δυναμική της έκθεσης, περιόρισαν την εξωστρέφεια της Θεσσαλονίκης και δημιούργησαν πιθανότατα πραγματικότητες, όπως αυτή της Αττικής, που δύσκολα θα εξισορροπηθούν. Η συγκρότηση κυβερνητικών επιτροπών, οι οποίες πλημμυρίζουν κάθε μέρα με Δελτία Τύπου τα ΜΜΕ για καθαρά κομματικούς και επικοινωνιακούς λόγους, δεν βοηθούν σε τίποτα. Άλλωστε όπως όλα δείχνουν και πάλι μετά από 6 χρόνια στην επιλογή της Σίνδου θα καταλήξουν.

2. χρηματοδοτηθεί με δημόσιους πόρους το νέο εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο. Αυτό δεν το προτείνω για ιδεολογικούς ή άλλους λόγους. Το προτείνω για λόγους καθαρά ανταγωνιστικότητας. Μετά σημερινά ειδικά δεδομένα, εάν το νέο εκθεσιακό κέντρο κατασκευαστεί με ιδιωτική χρηματοδότηση (ΣΔΙΤ), τότε όπως εύκολα κάποιος κατανοεί, οι εκθεσιακές υπηρεσίες που θα προσφέρει, θα είναι ακριβότερες των ανταγωνιστών. Αυτό γιατί οι ιδιώτες επενδυτές λογικά θα επιδιώξουν την απόσβεση της επένδυσης και ένα εύλογο κέρδος.

3. ενταχθεί η ΔΕΘ σε ένα διεθνές εκθεσιακό δίκτυο, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να αναβαθμιστεί, να αποκτήσει διεθνές κύρος και να προσελκύσει πελάτες και επισκέπτες. Σήμερα, το εκθεσιακό προϊόν οργανώνεται ανάλογα με το τουριστικό προϊόν. Η διεθνής έκθεση Θεσσαλονίκης, πρέπει να αποκτήσει ταυτότητα που θα την κάνει διακριτή στο διεθνές περιβάλλον και ιδιαίτερα ελκυστική στην οικονομική ζώνη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Πρέπει δηλαδή να έχει τόσο κλαδική, όσο και χωρική στόχευση.

4. κατασκευαστούν άμεσα οι αναγκαίες υποδομές, όπως περιλαμβάνονταν και στον φάκελο διεκδίκησης της EXPO 2008. Μερικές από αυτές είναι ο Προαστιακός, το ΜΕΤΡΟ, Οδικές Συνδέσεις με τις βασικές πύλες και δίκτυα συγκοινωνιών και μεταφορών της περιοχής.

5. τέλος, να υποστηρίξουμε όλοι οι Θεσσαλονικείς, οι φορείς και οι εκπρόσωποί τους, χωρίς προσωπικές, κομματικές οι οποιεσδήποτε άλλες σκοπιμότητες αυτόν τον μεγάλο στόχο, σε βάθος χρόνου με σταθερότητα και συνέπεια.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ