FYROM: ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΕΘΕΙ ΒΙΩΣΙΜΗ ΛΥΣΗ ΤΩΡΑ;

0
16

Η μη επίλυση του προβλήματος επί 26 χρόνια οφείλεται κυρίως στην αδιαλλαξία της πλευράς των Σκοπίων και στην έλλειψη σταθερής και ενιαίας στρατηγικής από τη δική μας πλευρά.
Τα δεδομένα που καθορίζουν το πεδίο της διαπραγμάτευσης διαμορφώνονται από τρεις κυρίως παράγοντες:

  1. Την απόφαση ένταξης του γειτονικού μας κράτους στον ΟΗΕ το 1993 με το προσωρινό όνομα FYROM.
    2. Την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, μεταξύ Ελλάδας και FYROM, όπου η μεν πλευρά των Σκοπίων δεσμεύεται να παραιτηθεί κάθε αλυτρωτικής ενέργειας με τροποποιήσεις του συντάγματος όπου είναι αναγκαίο και η δική μας πλευρά δεσμεύεται να μην εμποδίσει την ένταξη της FYROM σε κανέναν διεθνή ή περιφερειακό οργανισμό, ενώ και οι δύο πλευρές δεσμεύονται να συνεργαστούν σε όλα τα επίπεδα. Η ενδιάμεση συμφωνία είχε ισχύ επτά χρόνια, οπότε έπρεπε να βρεθεί λύση και στο θέμα του ονόματος, διαφορετικά, η κάθε πλευρά μονομερώς θα μπορούσε να αποδεσμευτεί από τη συμφωνία.
    3. Την αναγνώριση της FYROM, με τη συνταγματική ονομασία της από τις περισσότερες χώρες του ΟΗΕ, ανάμεσα σε αυτές οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα.

Στην πράξη, η ενδιάμεση συμφωνία έχει παραβιαστεί και από τις δύο πλευρές, αρχής γενομένης από τη FYROM, αφού δεν σταμάτησε τις αλυτρωτικές ενέργειες, με αποκορύφωμα την περίοδο Γκρουέφσκι.
Η χώρα μας δεν κατήγγειλε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης τη FYROM, κάτι που έκανε όμως η FYROM για την άρνησή μας στο Βουκουρέστι της ένταξής της στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία της και αντιπροτείνοντας την ένταξή της με σύνθετη ονομασία, πρόταση που αρνήθηκε η FYROM καταγγέλλοντας τη χώρα μας στη Χάγη, όπου και καταδικαστήκαμε.

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν ξεκίνησε τις άτυπες συζητήσεις με τα Σκόπια, έπειτα από προτροπή της Ουάσιγκτον, αγνόησε το υφιστάμενο διεθνές πλαίσιο, που μπορεί να φαίνεται δυσμενές για τη χώρα μας, αλλά επί της ουσίας δεν είναι, διότι έχει δύο ισχυρά ατού: την ενδιάμεση συμφωνία του 1995, η οποία, αφού δεν έχει καταγγελθεί από καμία πλευρά και παρότι έχει παραβιαστεί και από τις δύο, είναι εν ισχύ, και την αδήριτη ανάγκη της γειτονικής χώρας να ενταχτεί σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Ταυτόχρονα η κυβέρνηση έκανε δύο μεγάλα λάθη:

  • Υποβάθμισε το πρόβλημα, χαρακτηρίζοντάς το «ονοματολογικό», αγνοώντας ότι το κυρίαρχο είναι ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων, που δεν ακυρώνεται με την αλλαγή του ονόματος και μάλιστα όταν αυτό θα περιέχει τη λέξη Μακεδονία.
    • Υποτίμησε την αντίδραση του κόσμου πιστεύοντας ότι, εξουθενωμένος από την κρίση, δεν θα αντιδρούσε στα σχέδιά της.

Όμως και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, κυρίως δε η αξιωματική, δεν έδειξαν ετοιμότητα και παγιδεύτηκαν στην επικοινωνιακή πολιτική της κυβέρνησης.
Μάλιστα η κυβέρνηση, νιώθοντας τόσο σίγουρη για το αδιέξοδο της αντιπολίτευσης, άρχισε να προβάλλει τη θέση ότι στη Βουλή υπάρχει πλειοψηφία βουλευτών πρόθυμων να ψηφίσουν την πρότασή της, ανεξάρτητα αν δεν υπάρχει κυβερνητική πλειοψηφία.
Δηλαδή, πήγε να εφαρμόσει τη συνταγή ψήφισης του τρίτου μνημονίου, που όχι μόνο νομιμοποίησε τη ριζική αλλαγή της μέχρι τότε πολιτικής της, άλλα έλυσε τα εσωκομματικά της προβλήματα και προκήρυξε αιφνιδιαστικά εκλογές, τις οποίες κέρδισε και κυβερνά μέχρι σήμερα.

Την πρώτη φάση αμηχανίας της ΝΔ τη διαδέχτηκε ένας πρωτοφανής τακτικισμός, που αναγόρευε τον Καμμένο ρυθμιστή των επιλογών της στο μείζων αυτό εθνικό θέμα.
Μόλις προχθές ο Μητσοτάκης, στο πολιτικό συμβούλιο της ΝΔ, παρουσίασε αυτόνομη στρατηγική και απελευθερώθηκε από τον τακτικισμό και την επιθετική επικοινωνιακή στρατηγική του Τσίπρα, ο οποίος το δικό του πρόβλημα με τον Καμένο και την κοινωνία το είχε μεταφέρει στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τη βοήθεια είναι γεγονός των στελεχών που πρόσκεινται στους πρώην πρωθυπουργούς της ΝΔ.
Κάποια στιγμή το εθνικό θέμα, που απαιτούσε υπευθυνότητα και συναίνεση από όλους, πήγε να εξελιχθεί σε κομματική σύγκρουση μέχρι τελικής πτώσεως.
Ο Τσίπρας ουσιαστικά επεδίωκε να διασπάσει τη ΝΔ και ο Μητσοτάκης να οδηγήσει σε πτώση την κυβέρνηση, αξιοποιώντας το παιχνίδι πολιτικής επιβίωσης του Καμμένου.

Σε όλες αυτές τις εξελίξεις υπάρχει και ένα παράδοξο που δεν μπορούν να κρύψουν οι ηγεσίες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ με τις οξύτατες εκατέρωθεν καταγγελίες τους.
Ξεκίνησαν και οι δύο μιλώντας για το πρόβλημα μόνο του ονόματος, όμως, μετά τις αρνητικές δημοσκοπήσεις για τη σύνθετη ονομασία και το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, τώρα αμφότεροι, και ορθώς, δηλώνουν ότι πρώτιστο θέμα είναι οι αλυτρωτικές πρακτικές των γειτόνων.
Είναι πλέον εμφανές ότι δεν πρόκειται να υπάρξει λύση των προβλημάτων με τους γείτονες, γιατί σε καμιά από τις δύο πλευρές δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι η σύγκρουση για το ποιος φταίει και χάθηκε μία ακόμη ευκαιρία, αν υπήρξε, να λυθούν τα προβλήματα.
Φοβάμαι ότι με τέτοια μικροκομματική συμπεριφορά κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης κινδυνεύει η χώρα μας να χρεωθεί το νέο αδιέξοδο, ενώ η κύρια ευθύνη είναι και πάλι στην άλλη πλευρά. Η μόνη παρηγοριά είναι ότι οι πολιτικές δυνάμεις στη FYROM είναι τραγικές πρώτα για τη χώρα τους και μετά για μας και θα μας είναι εύκολο να τους χρεώσουμε την αποτυχία.

Το αδιέξοδο με τη FYROM, οι μεγάλες δυσκολίες της τέταρτης αξιολόγησης, και ό,τι κρύβει αυτή, με ένταση της σκανδαλολογίας, είναι μια εκλογική ατζέντα που σίγουρα σκέφτεται για τον Ιούνιο η κυβέρνηση.
Το ερώτημα όμως παραμένει καίριο και αμείλικτο: Ποιος σκέφτεται τη χώρα, την οικονομία και τις ανάγκες των πολιτών;

 

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ